Ρευματοειδής αρθρίτιδα
Η αρθρίτιδα είναι μια φλεγμονώδης πάθηση των αρθρώσεων, δηλαδή των σημείων όπου συναντώνται δύο οστικές επιφάνειες καλυμμένες με χόνδρο και κινούνται ομαλά μεταξύ τους. Όταν αναπτύσσεται φλεγμονή, οι αρθρώσεις διογκώνονται και η κίνησή τους παύει να είναι ομαλή, γεγονός που με την πάροδο του χρόνου μπορεί να οδηγήσει σε φθορά του χόνδρου. Υπάρχουν πολλοί τύποι αρθρίτιδας· η ρευματοειδής αρθρίτιδα όμως είναι συστηματική νόσος και συχνά εκδηλώνεται με πρωινή δυσκαμψία, οίδημα και κόπωση. Περίπου τα δύο τρίτα των ασθενών εμφανίζουν προβλήματα στους καρπούς και στα χέρια.

ΑΙΤΙΕΣ
Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, ο αρθρικός υμένας —ο ιστός που επενδύει και λιπαίνει τις αρθρώσεις— φλεγμαίνει και διογκώνεται. Η φλεγμονή διατείνει τις υποστηρικτικές δομές, όπως οι σύνδεσμοι και οι τένοντες, και μπορεί σταδιακά να οδηγήσει σε αστάθεια και παραμόρφωση των αρθρώσεων. Καθώς η νόσος εξελίσσεται, η επίμονη φλεγμονή διαβρώνει τον χόνδρο και το οστό, ενώ οι αρθρώσεις μπορεί να είναι θερμές και ερυθρές. Συνήθως προσβάλλονται συμμετρικά οι καρποί και οι μετακαρπιοφαλαγγικές αρθρώσεις, δηλαδή και στα δύο χέρια.
ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
Τα γενικά συμπτώματα της αρθρίτιδας περιλαμβάνουν δυσκαμψία, οίδημα και πόνο. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα όμως παρουσιάζει και ορισμένα χαρακτηριστικά ευρήματα:
- Οζίδια και μορφώματα: Μπορεί να εμφανιστούν σκληρά οζίδια κατά μήκος των δακτύλων ή στους αγκώνες, καθώς και μαλακά μορφώματα στη ραχιαία επιφάνεια του χεριού.
- Παραμορφώσεις: Μπορεί να εμφανιστούν απόκλιση των δακτύλων, παραμόρφωση κομβιοδόχης (κάμψη της εγγύς μεσοφαλαγγικής άρθρωσης) και παραμόρφωση λαιμού κύκνου (υπερέκταση της εγγύς μεσοφαλαγγικής άρθρωσης με κάμψη της άπω άρθρωσης).
- Άλλα προβλήματα: Η διόγκωση των τενόντων μπορεί να προκαλέσει μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα λόγω συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα, κριγμό ή ακόμη και εμπλοκή της άρθρωσης.
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Η διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας απαιτεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση:
- Κλινική εξέταση: Ο ιατρός θα διερευνήσει τα συμπτώματα, το οικογενειακό ιστορικό και την επίδραση της πάθησης στις καθημερινές δραστηριότητες και θα πραγματοποιήσει λεπτομερή εξέταση των χεριών.
- Απεικονιστικός έλεγχος Οι ακτινογραφίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαγνητική τομογραφία χρησιμοποιούνται για την αναζήτηση ευρημάτων όπως στένωση του μεσάρθριου διαστήματος, μείωση της οστικής πυκνότητας και διαβρώσεις κοντά στις αρθρώσεις.
- Εργαστηριακές εξετάσεις: Εξετάσεις αίματος, όπως ο ρευματοειδής παράγοντας, η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών και τα αντισώματα anti‑CCP, συμβάλλουν στην επιβεβαίωση της διάγνωσης.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας αποσκοπεί στη μείωση της φλεγμονής, την ανακούφιση του πόνου και τη διατήρηση της λειτουργίας των αρθρώσεων:
- Φαρμακευτική αγωγή: Παρότι δεν υπάρχει οριστική ίαση, η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου.
- Διεπιστημονική προσέγγιση: Η βέλτιστη φροντίδα απαιτεί συνεργασία μεταξύ ρευματολόγου, χειρουργού χεριού, θεραπευτή χεριού και προσωπικού ιατρού.
- Θεραπεία χεριού: Οι θεραπευτές χεριού παρέχουν ασκήσεις, νάρθηκες και βοηθητικές συσκευές για την προστασία των αρθρώσεων κατά τις καθημερινές δραστηριότητες.
- Χειρουργική θεραπεία: Σε προχωρημένες περιπτώσεις ή για την πρόληψη περαιτέρω βλάβης μπορεί να προταθεί χειρουργική επέμβαση. Οι επιλογές περιλαμβάνουν αφαίρεση φλεγμονώδους ιστού, αποκατάσταση τενόντων με τενοντομεταφορά ή μόσχευμα, υμενεκτομή, αρθροπλαστική ή αρθρόδεση. Η επιλογή της επέμβασης εξαρτάται από τις αρθρώσεις που έχουν προσβληθεί, την έκταση της βλάβης και τις ιδιαίτερες ανάγκες του ασθενούς.
Βασικά σημεία
-
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι συστηματική φλεγμονώδης νόσος που προσβάλλει συχνά τις αρθρώσεις των χεριών και των καρπών.
-
Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εξέταση, τις απεικονιστικές εξετάσεις και ειδικές εξετάσεις αίματος.
-
Η θεραπεία περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, θεραπεία χεριού και, όταν χρειάζεται, χειρουργικές επεμβάσεις για τη διατήρηση της λειτουργίας των αρθρώσεων.
Λάβετε σαφή απάντηση για τα συμπτώματα του χεριού σας
Συζητήστε τα συμπτώματα και τις θεραπευτικές επιλογές σας με τον Δρ Κωνσταντίνο Φ. Κρητιώτη.
